Η περίοδος πριν από την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος του Νικολάε Τσαουσέσκου στη Ρουμανία (Δεκέμβριος 1989) χαρακτηρίστηκε από ακραίο αυταρχισμό, βαθιά οικονομική κρίση και έντονη καταστολή. Τα τελευταία χρόνια ήταν τα πιο σκληρά της 24χρονης παραμονής του στην εξουσία, όμως το συγκεκριμένο διάστημα ένα ποδοσφαιρικό «θαύμα» αποτέλεσε έναν καλό οιωνό για το τι θα επακολουθούσε.
Το 1986 εν μέσω της γενικευμένης εξαθλίωσης που επικρατούσε στη χώρα, η Στεάουα Βουκουρεστίου, η ομάδα του στρατού με τα περισσότερα τρόπαια, κατάφερε να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια και με όπλο την πίστη και τη θέληση των ποδοσφαιριστών της για ένα καλύτερο μέλλον κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης, νικώντας στον τελικό το ακλόνητο φαβορί, την Μπαρτσελόνα. Ετσι έγινε ο πρώτος σύλλογος της Ανατολικής Ευρώπης που κατάφερε κάτι τέτοιο.
Στην πιο καταπιεστική και πιο φτωχή από όλες τις κομμουνιστικές χώρες γράφτηκε ένα «έπος» που, μαζί με αυτά της Εθνικής Ελλάδας στο Euro 2004, της Δανίας στο Euro 1992 και της Λέστερ με την κατάκτηση της Premier League το 2016, βρίσκεται στα κορυφαία ποδοσφαιρικά επιτεύγματα.
Η πορεία προς τον τελικό
Η Στεάουα έπειτα από επτά «στείρα» χρόνια επέστρεψε στους τίτλους το 1985 όταν κατέκτησε το πρωτάθλημα, το οποίο της έδωσε το εισιτήριο για το Κύπελλο Πρωταθλητριών. «Αρχιτέκτονας» της ομάδας ήταν ο ουγγρικής καταγωγής Εμεριχ Γιένεϊ, ο οποίος αποτέλεσε μία από τις πλέον εμβληματικές φιγούρες στην ιστορία όχι μόνο του κλαμπ αλλά και του ποδοσφαίρου της Ρουμανίας. Ξεκίνησε στη Στεάουα ως βοηθός το 1972 και ανέλαβε τη θέση του πρώτου προπονητή το 1974. Το 1978 απολύθηκε, επέστρεψε το 1983, αποχώρησε εκ νέου στο τέλος της σεζόν και λίγους μήνες μετά την απόλυσή του επέστρεψε για να γράψει Ιστορία.
Εριχνε μεγάλο βάρος στη φυσική κατάσταση και στην ψυχολογία. Δεν είναι τυχαίο πως οι παίκτες της Στεάουα είχαν το παρατσούκλι «οι γρήγοροι». Με τον Γιένεϊ στον πάγκο, η ομάδα του στρατού έκανε ένα ασύλληπτο ρεκόρ στο ρουμανικό πρωτάθλημα με 104 αγώνες χωρίς ήττα. Εκτός από το Κύπελλο Πρωταθλητριών, ο Γιένεϊ κατέκτησε έξι πρωταθλήματα και τρία Κύπελλα, ενώ ως ομοσπονδιακός τεχνικός δημιούργησε μια εξαιρετική εθνική Ρουμανίας που «έλαμψε» στο Μουντιάλ του 1990 με «μαέστρο» τον Γκεόργκε Χάτζι.
Με τον ουγγρικής καταγωγής Εμεριχ Γιένεϊ στον πάγκο, η Στεάουα έκανε ένα ασύλληπτο ρεκόρ στο ρουμανικό πρωτάθλημα με 104 αγώνες χωρίς ήττα. Ο Γιένεϊ κατέκτησε επίσης έξι πρωταθλήματα και τρία Κύπελλα, ενώ ως ομοσπονδιακός τεχνικός δημιούργησε μια εξαιρετική εθνική Ρουμανίας.
Τη συγκεκριμένη σεζόν στο τουρνουά δεν συμμετείχαν οι αγγλικές ομάδες που είχαν αποκλειστεί από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις λόγω της τραγωδίας του «Χέιζελ» και εκείνη την εποχή είχαν σαρώσει τα τρόπαια στη διοργάνωση κατακτώντας τα επτά από τα τελευταία εννέα.
Στα προγνωστικά, η κάτοχος Γιουβέντους, η πάντα ισχυρή Μπάγερν Μονάχου και η Μπαρτσελόνα ήταν τα τρία φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου.
Στον πρώτο γύρο αντιμετώπισε την πρωταθλήτρια Δανίας Βέιλε, με την οποία αναδείχθηκε ισόπαλη (1-1) στο πρώτο ματς, όμως στη ρεβάνς στο Βουκουρέστι τη συνέτριψε με 4-1. Στον δεύτερο γύρο τέθηκε αντιμέτωπη με την ουγγρική Χόνβεντ, από την οποία έχασε με 1-0 στη Βουδαπέστη, όμως στο Βουκουρέστι νίκησε και πάλι με 4-1 και πήρε την πρόκριση. Η πορεία της θα μπορούσε να είχε σταματήσει στα προημιτελικά και μάλιστα από έναν υποδεέστερο αντίπαλο, τη φινλανδική Κουουσίσι Λάθι. Στο πρώτο παιχνίδι στο Βουκουρέστι οι δύο ομάδες αναδείχθηκαν ισόπαλες (0-0), ενώ στη ρεβάνς στο Ελσίνκι η «λύτρωση» ήρθε στο 86΄ με ένα γκολ του Βίκτορ Πιτούρκα. Στα ημιτελικά απέναντι στην ισχυρή Αντερλεχτ, που στις «8» είχε αποκλείσει την Μπάγερν, ήταν το απόλυτο αουτσάιντερ. Στις Βρυξέλλες οι Βέλγοι νίκησαν με 1-0, όμως στο Βουκουρέστι η Στεάουα ύστερα από φανταστική εμφάνιση επικράτησε με 3-0 και «σφράγισε» το εισιτήριό της για τον τελικό της 7ης Μαΐου στο «Ραμόν Σάντσεθ Πιθχουάν». Στην Ανδαλουσία, το γήπεδο της Σεβίλλης γέμισε από 60.000 οπαδούς της Μπαρτσελόνα, ενώ κάποιοι οπαδοί της Στεάουα που πήραν άδεια για να ταξιδέψουν στην Ισπανία βρήκαν την ευκαιρία να ξεφύγουν και δεν γύρισαν στη χώρα τους.
Ενα «τείχος» μπροστά στο τέρμα
Ο τελικός ήταν από τους χειρότερους από πλευράς θεάματος στην ιστορία του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου και μετέπειτα Champions League. Επειτα από 120 λεπτά χωρίς γκολ, οι δύο ομάδες πήγαν στα πέναλτι. Ο Αγγλος προπονητής των μπλαουγκράνα Τέρι Βέναμπλς δεν είχε στη διάθεσή του δύο από τους σπεσιαλίστες της ομάδας, τους Σούστερ και Αρτσιμπαλντ, που είχαν ήδη αντικατασταθεί. Οι Καταλανοί δεν κατάφεραν ούτε μία φορά να στείλουν την μπάλα στα δίχτυα και η Στεάουα με δύο εύστοχες εκτελέσεις των Λάκατους και Μπάλιντ στέφθηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης.
7.5.1986. Τελικά, η έκπληξη για την οποία έγραφε η «Κ» έγινε πραγματικότητα.
Οι τέσσερις αποκρούσεις του Χέλμουτ Ντουκαντάμ σε ισάριθμα συνεχόμενα πέναλτι των Αλεσάνκο, Πεντράθα, Πίτσι Αλόνσο και Μάρκος Αλόνσο υπέγραψαν μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στα χρονικά του αθλήματος και δικαιολογημένα αποδόθηκε στον πανύψηλο, μυστακοφόρο τερματοφύλακα το παρωνύμιο «ο ήρωας της Σεβίλλης».
Ο Ντουκαντάμ ύψωσε το δικό του «τείχος» χαρίζοντας το «Αγιο Δισκοπότηρο» του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου σε μια ομάδα που, εν μέσω πρωταθλητισμού, αφουγκραζόταν τα δεινά του ρουμανικού λαού και του έδινε μια αφορμή να χαμογελάσει. Σε μια χώρα που οι συγκεντρώσεις ήταν απαγορευμένες, στην επιστροφή εκατοντάδες οπαδοί υποδέχθηκαν την ομάδα στο αεροδρόμιο και χιλιάδες βγήκαν στους δρόμους, καθώς το λεωφορείο της ομάδας κατευθυνόταν προς το Βουκουρέστι. Ηταν μια αυθόρμητη αντίδραση που είχε και τον χαρακτήρα αποδοκιμασίας του καθεστώτος.
Οι τέσσερις αποκρούσεις του Χέλμουτ Ντουκαντάμ σε ισάριθμα συνεχόμενα πέναλτι των Καταλανών παικτών υπέγραψαν μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στα χρονικά του αθλήματος.
Για τον άθλο τους οι παίκτες της Στεάουα έλαβαν από το ζεύγος Νικολάε και Ελενας Τσαουσέσκου ο καθένας ένα φορολογητέο μπόνους 1.500 λέι και άδεια να παρακάμψουν την «ουρά» για το τζιπ ARO. Εκείνη την εποχή στη Ρουμανία ένα εισιτήριο για το μπροστινό μέρος της «ουράς» ήταν πιο πολύτιμο από το ίδιο το όχημα.
Χέλμουτ Ντουκαντάμ: από το όνειρο στο δράμα
Αρκετό καιρό μετά τον τελικό αποκαλύφθηκε πως ο Ντουκαντάμ ζούσε γι' αυτό το παιχνίδι και ονειρευόταν πως θα κατακτήσει το βαρύτιμο τρόπαιο. Μάλιστα μετά τις προπονήσεις παρέμενε επί ώρες στο γήπεδο για να κάνει έξτρα εξάσκηση στις αποκρούσεις πέναλτι.
Για τον άθλο τους οι παίκτες της Στεάουα έλαβαν ο καθένας ένα φορολογητέο μπόνους 1.500 λέι και άδεια να παρακάμψουν την «ουρά» για το τζιπ ARO. Εκείνη την εποχή στη Ρουμανία ένα εισιτήριο για το μπροστινό μέρος της «ουράς» ήταν πιο πολύτιμο από το ίδιο το όχημα.
Ουσιαστικά, αυτός ο τελικός έμελλε να είναι και ο τελευταίος αγώνας του Ντουκαντάμ σε ηλικία 27 ετών. Μόλις λίγους μήνες μετά το ματς, κι ενώ είχε γίνει το μεταγραφικό μήλον της Εριδος για τη μισή Ευρώπη, του συνέβη μια πραγματική τραγωδία.
Απολαμβάνοντας τις καλοκαιρινές διακοπές του σε θέρετρο της Μαύρης Θάλασσας, ξύπνησε με αφόρητους πόνους στο δεξί χέρι του. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο στις 12 Ιουλίου 1986. Η διάγνωση ήταν θρόμβωση, που θα μπορούσε να προκαλέσει μέχρι και ακρωτηριασμό. Τον γλίτωσε, αλλά η καριέρα του είχε ήδη τελειώσει. Τρία χρόνια αργότερα αγωνίστηκε στη Βάγκονουλ Αραντ, ομάδα της δεύτερης κατηγορίας της Ρουμανίας, για δύο σεζόν, και το 1992, απογοητευμένος, «κρέμασε» τα γάντια του σε ηλικία 32 ετών.
Ο αστικός μύθος ήθελε τον Νικολάε Τσαουσέσκου να είναι ο υπεύθυνος για την «εξαφάνιση» του Ντουκαντάμ από το ποδοσφαιρικό στερέωμα, αν και έχει διαψευστεί από τον ίδιο τον τερματοφύλακα. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, μετά τον τελικό με την Μπαρτσελόνα ο Ντουκαντάμ δέχθηκε δώρο μια Mercedes από τον τότε πρόεδρο της Ρεάλ Μαδρίτης Ραμόν Μεντόζα, θέλοντας έτσι να τον ευχαριστήσει που ταπείνωσε τη μισητή αντίπαλο της «βασίλισσας». Οταν επέστρεψε στη Ρουμανία, όμως, συναντήθηκε με τον γιο του Τσαουσέσκου, Νίκου, ο οποίος ήταν πρόεδρος της Στεάουα, και του ζητήθηκε να παραδώσει το αμάξι. Εκείνος αρνήθηκε και η τιμωρία ήταν να του σπάσουν τα δάχτυλα του χεριού του, ώστε να μην μπορέσει να παίξει ξανά ποδόσφαιρο.
Η παραπάνω θεωρία για αρκετά χρόνια στη χώρα ήταν η επικρατούσα στη Ρουμανία για το ότι ο Ντουκαντάμ δεν φόρεσε ποτέ ξανά σε κορυφαίο επίπεδο τα γάντια του. Μάλιστα ορισμένοι έφτασαν στο σημείο να ισχυρίζονται πως οι άνθρωποι του δικτάτορα του έσπασαν τα δάχτυλα απλά και μόνο διότι στην οικογένεια Τσαουσέσκου δεν άντεχαν να ζουν με την ιδέα πως κάποιος επισκίαζε τη δημοφιλία της.
Λίγους μήνες μετά τον τελικό της Σεβίλλης, η καριέρα του τελείωσε καθώς παρουσίασε θρομβώσεις στα άκρα.
Το δραματικό σενάριο στο έργο του «ήρωα της Σεβίλλης» είχε και συνέχεια, καθώς η επέμβαση για τον θρόμβο αίματος ήταν μόνο η πρώτη από μια σειρά οκτώ χειρουργικών επεμβάσεων σε πόδια και χέρια.
Διεθνείς μεταγραφές
Σε μια εποχή που ούτως ή άλλως υπήρχαν περιορισμοί στον αριθμό των ξένων παικτών με τους οποίους μπορούσαν να υπογράψουν οι ομάδες, η Στεάουα απαρτιζόταν αποκλειστικά από Ρουμάνους ποδοσφαιριστές. Οι περισσότεροι που αγωνίστηκαν στον τελικό παρέμειναν στην ομάδα, η οποία συνέχισε να κυριαρχεί, φτάνοντας ξανά στα ημιτελικά του Πρωταθλητριών (1988), όπου αποκλείστηκε από την Μπενφίκα, και στον τελικό (1989), όπου ηττήθηκε από τη Μίλαν. Οι σημαντικότερες μεταγραφές που ακολούθησαν, κυρίως μετά το 1990 και την πτώση του καθεστώτος, ήταν ο σπουδαίος λίμπερο Μίοντραγκ Μπελοντέντιτσι, ο οποίος αποχώρησε το 1988 δραπετεύοντας στη Γιουγκοσλαβία, κάνοντας μεγάλη καριέρα με τον Ερυθρό Αστέρα και κατακτώντας ξανά το Κύπελλο Πρωταθλητριών το 1991.
Ο πρώτος σκόρερ του τελικού Μάριους Λάκατους παρέμεινε για χρόνια, αλλά μετά το 1990 αγωνίστηκε στην Ιταλία (Φιορεντίνα) και στην Ισπανία (Οβιέδο), ενώ ο έτερος Γκαβρίλ Μπάλιντμ παρέμεινε στην ομάδα μέχρι το 1990 και στη συνέχεια πήρε μεταγραφή για την ισπανική Μπούργος. Ο Χάτζι, αν και δεν έπαιξε στον τελικό του 1986, ήρθε ως δανεικός από τη Σπορτούλ Στουντέντσεσκ για το ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ του 1987 (το οποίο κέρδισε η Στεάουα με γκολ του) και παρέμεινε, πριν πάρει τη μεγάλη μεταγραφή για τη Ρεάλ Μαδρίτης το 1990.
Επιμέλεια: Ευάνθης Χατζηβασιλείου
(0)Comments