Σοβαρές παραλείψεις από πλευράς Ελληνικής Αστυνομίας κατά το χρονικό διάστημα από τη στιγμή που η Κυριακή Γρίβα ζήτησε βοήθεια, μέχρι και τη στιγμή της δολοφονίας της καταλογίζει στους τέσσερις κατηγορούμενους αστυνομικούς το βούλευμα–καταπέλτης που τούς οδηγεί ενώπιον της Δικαιοσύνης, για θανατηφόρα έκθεση δια παραλείψεως σε βαθμό κακουργήματος.
«Ενεργώντας από πρόθεση, δια παραλείψεως εξέθεσαν άλλον και έτσι τον κατέστησαν αβοήθητο, ενώ είχαν από το νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβούν σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος και άφησαν αβοήθητο ένα πρόσωπο που το έχουν στην προστασία τους», αναφέρει, μεταξύ άλλων, το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που καθίζει τους τέσσερις κατηγορούμενους στο εδώλιο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου για τη γυναικοκτονία που έλαβε χώρα ακριβώς έξω από το αστυνομικό τμήμα Αγίων Αναργύρων, μόλις λίγα μέτρα από το αλεξίσφαιρο φυλάκιο, την 1η Απριλίου 2024.
Ειδικότερα, για τον φρουρό του αστυνομικού τμήματος, το παραπεμπτικό βούλευμα υπογραμμίζει πως «ενώ γνώριζε ότι η Κυριακή Γρίβα προσήλθε στο ως άνω Αστυνομικό Τμήμα, φοβούμενη για τη σωματική της ακεραιότητα και καταγγέλλοντας τον πρώην σύντροφό της για περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας, και ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει κατά το υπηρεσιακό του καθήκον, ήτοι να αγρυπνά για την πρόληψη κάθε εγκλήματος και να προστατεύει κάθε άτομο του οποίου η ασφάλεια απειλείται, μη ευρισκόμενος, ως όφειλε, εκτός του φυλακίου, δεν ήταν σε ετοιμότητα και δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως ότι σε απόσταση 30μ από το φυλάκιο, ο πρώην σύντροφος της καταγγέλλουσας… κινήθηκε πεζός, φέροντας μαχαίρι, και προσέγγισε την καταγγέλλουσα».
Την άφησαν αβοήθητη
Για την επόπτρια και την αξιωματικό υπηρεσίας του ΑΤ, το βούλευμα είναι εξίσου σκληρό, περιγράφοντας τις εγκληματικές τους παραλείψεις. Μεταξύ άλλων, σημειώνεται πως «δεν ενήργησε ως όφειλε, ζήτησε δε παράβολο για την εκ μέρους της παθούσας υποβολή εγκλήσεως, αν και γνώριζε ότι, με τις ανωτέρω παραλείψεις της, ήταν δυνατό η καταγγέλλουσα να περιέλθει σε κατάσταση αβοήθητη, δηλαδή σε κατάσταση ενδεχομένου κινδύνου, εντούτοις αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό».
Από το σύνολο του βουλεύματος είναι προφανές πως οι αξιωματικοί δεν προέβησαν στην καταγραφή των στοιχείων της, ούτε διέθεσαν περιπολικό όχημα για να τη μεταφέρει με ασφάλεια στο σπίτι της, παρότι, όπως σημειώνεται επισήμως, αυτό ήταν διαθέσιμο τη δεδομένη στιγμή.
Πλήρης αδιαφορία
Αναφορικά με τον τηλεφωνητή της Άμεσης Δράσης, το βούλευμα τού καταλογίζει ότι, ενώ τού γνωστοποιήθηκαν τα στοιχεία και η θέση του θύματος, καθώς και η άμεση απειλή από τον πρώην σύντροφό της, που αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα, παρέλειψε «να εκτιμήσει τη βαρύτητα των καταγγελλομένων, ούτως ώστε να εντάξει το περιστατικό ως επείγον συμβάν ενδοοικογενειακής βίας». Αντιθέτως, απάντησε στο αίτημά της, λέγοντας ότι «το περιπολικό δεν είναι ταξί», μια φράση που αποτυπώνει την πλήρη αδιαφορία απέναντι στην έκκληση μιας γυναίκας που απειλούνταν άμεσα η ζωή της.
Όπως αναλύεται εκτενώς στις σελίδες της σχετικής δικογραφίας, οι αστυνομικοί του ΑΤ Αγίων Αναργύρων είχαν σαφείς οδηγίες για τη διαχείριση υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας. Ωστόσο, το περιστατικό αντιμετωπίστηκε ως μια απλή υπόθεση «ρουτίνας».
Ως εκ τούτου, η Κυριακή Γρίβα δεν έλαβε ποτέ συμβουλή για τα νομικά μέτρα προστασίας, δεν της δόθηκε ενημερωτικό υλικό, ούτε της προτάθηκε η εγκατάσταση του «Panic Button».
Δείτε επίσης:
(0)Comments