Φόρτωση Text-to-Speech...
Στη διάσημη «Υπόσχεση της αυγής» («La Promesse de l' aube», 1960) του Ρομαίν Γκαρύ (1914-1980), η υπόσχεση του τίτλου είναι η υπόσχεση παντοτινής αγάπης που δίνει η μάνα στο παιδί της, στην αυγή της ζωής του, μια υπόσχεση που είναι μοιραίο να μείνει ανεκπλήρωτη. Αυτό το μυθοπλαστικό αφήγημα, όπου αναμειγνύονται αξεδιάλυτα πραγματικά γεγονότα και επινοημένα, αποτελεί τον πιο εντυπωσιακό ύμνο σε μάνα που έχω διαβάσει, μια μάνα ωστόσο που εγώ τουλάχιστον δεν θα ευχόμουν να λάχει ούτε στον χειρότερο εχθρό μου. Ο Γκαρύ όμως δηλώνει ότι της οφείλει τα πάντα, τη συγγραφική, διπλωματική και στρατιωτική σταδιοδρομία του, αναγνωρίζει ότι υπήρξε ο φύλακας άγγελός του, ακόμη και ότι αυτή πολεμούσε στη θέση του. Εχει πάντως επίγνωση ότι της οφείλει και όλες τις αναπηρίες του: «Δεν είναι καλό να σ' αγαπούν τόσο πολύ, τόσο νέο, τόσο νωρίς. Αποκτάς κακές συνήθειες. Πιστεύεις ότι έτσι είναι. Πιστεύεις ότι υπάρχει κι αλλού, ότι μπορείς να το ξαναβρείς. […] Στην αυγή της ζωής, η μητρική αγάπη σού δίνει μια υπόσχεση που δεν θα κρατήσει ποτέ. Στη συνέχεια, είσαι υποχρεωμένος να τρως κρύο το πιάτο ως το τέλος των ημερών σου. Μετά απ' αυτό, κάθε γυναίκα που σε παίρνει στην αγκαλιά της και σε σφίγγει πάνω στην καρδιά της δεν είναι παρά συλλυπητήριες ευχές. Επιστρέφεις πάντα στον τάφο της μητέρας σου για να ουρλιάξεις σαν εγκαταλελειμμένο σκυλί» (μτφρ. Μαρία Παπαδήμα, Στερέωμα, 2020, σ. 40).
Στον αντίποδα ακριβώς της «Υπόσχεσης της αυγής» βρίσκεται το μυθιστόρημά του «Η ζωή μπροστά» («La Vie devant soi», 1975), που ξαναεκδόθηκε φέτος στη γλώσσα μας, σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, Δώμα 2026 (προηγούμενη έκδοσή του: μτφρ. Ρένα Μουρελάτου-Ιγγλέση, Παπαζήσης, 1978). Εδώ οι μανάδες είναι πόρνες, που εγκαταλείπουν τα παιδιά τους, αν από ατυχία έμειναν έγκυοι με κάποιον άγνωστο. Μιας τέτοιας πόρνης γιος είναι και ο Μομό (ή Μουχάμαντ), που διηγείται την ιστορία της ζωής του σε ένα ζευγάρι αστών, τη Ναντίν και τον Ραμόν, σε μια γλώσσα του περιθωρίου που προσποιείται την εγγράμματη. Η μάνα του τον παρέδωσε στη Μαντάμ Ροζά, μια γριά Πολωνοεβραία, πρώην πόρνη, επιζήσασα του Αουσβιτς, που μην μπορώντας πια να ασκεί το επάγγελμά της βιοπορίζεται κρατώντας πουτανόπαιδα, όπως τα λέει ο ίδιος ο Μομό.
Η Μαντάμ Ροζά, παχύσαρκη, άρρωστη, παραλοϊσμένη, εξακολουθητικά παράνομη, χωρίς χαρτιά, ζει στον 6ο όροφο μιας πολυκατοικίας χωρίς ασανσέρ. Στο υπόγειό της έχει στήσει τη μυστική κρυψώνα της και πηγαίνει εκεί όταν φοβάται. «Οταν φοβάστε τι, Μαντάμ Ροζά;» τη ρωτάει ο Μομό, για να λάβει μια απάντηση που θεωρεί πως είναι ό,τι πιο αληθινό έχει ακούσει στη ζωή του: «Δεν είναι απαραίτητο να έχεις λόγους για να φοβάσαι» (σ. 48). Η Μαντάμ Ροζά φοβάται, φοβάται το χτύπημα του κουδουνιού στην πόρτα, φοβάται τον κύριο Χίτλερ. Μια μέρα ο Μομό τη βρίσκει να στέκεται ντυμένη με το γαλάζιο φουστάνι της, το τσαντάκι της πόρνης με τα αναγκαία σύνεργα της δουλειάς μέσα (προφυλακτικά). «Τι κάνετε;» τη ρωτάει και εκείνη απαντάει: «Θα 'ρθουν να με πάρουν. Θα τα φροντίσουν όλα. Μου 'παν να περιμένω εδώ, θα 'ρθουν με καμιόνια και θα μας πάνε στο Ποδηλατοδρόμιο με τα αυστηρώς αναγκαία μας». Ποιοι είναι αυτοί που θα 'ρθουν, ρωτάει απορημένος ο Μομό, που δεν έχει ιδέα για Ποδηλατοδρόμιο και όλα αυτά, και εκείνη του απαντάει «Η γαλλική αστυνομία» και συμπληρώνει: «Μας έδωσαν μισή ώρα και μας είπαν να 'χουμε μόνο μία βαλίτσα. Θα μας βάλουν σ' ένα τρένο και θα μας μεταφέρουν στη Γερμανία. Δεν θα 'χω πια κανένα πρόβλημα, αυτοί θα φροντίσουν για τα πάντα. Είπαν πως δεν θα μας πειράξουν και θα μας έχουν σπίτι και φαΐ και πλύσιμο» (σ. 124-125)! Με αυτόν τον ειρωνικό τρόπο είναι ανατριχιαστικά παρόν στο μυθιστόρημα το Ολοκαύτωμα, όσο και η ευθύνη της Γαλλίας (ο πατέρας του Γκαρύ, Εβραίος, όπως και η μάνα του και ο ίδιος βεβαίως, δολοφονήθηκε στο Ολοκαύτωμα).
Αδιατάρακτος δεσμός
Ανάμεσα στον μικρό μουσουλμάνο και στη γριά Εβραία θα αναπτυχθεί δεσμός σπαραχτικής αγάπης, που δεν θα διασαλευθεί ούτε όταν ο Μομό μάθει ότι εκείνη τον κρατάει με οικονομική αμοιβή. Η Μαντάμ Ροζά φοβάται πολλά, πάνω από όλα όμως φοβάται μη χάσει τον Μομό, μην της φύγει, και γι' αυτό του έκρυψε την πραγματική ηλικία του για να τον κρατήσει κοντά της (είναι δεκατεσσάρων και τον έκανε να πιστεύει πως είναι δέκα). Αν ο φόβος είναι χωρίς λόγο, το ίδιο και περισσότερο ισχύει για την αγάπη. Η Μαντάμ Ροζά και ο Μομό αγαπιούνται χωρίς λόγο! Δεν έχουν επιχειρήματα ούτε αρχές, έχουν αγάπη! Ο Μομό θα μείνει κοντά της έως το τέλος και δεν θα αφήσει να πεθάνει σε νοσοκομείο, διαδίδοντας ότι πήγε στο Ισραήλ, σε πλούσιους συγγενείς. Η Μαντάμ Ροζά πέθανε πράγματι στο Ισραήλ, στη μυστική κρύπτη της, με την επτάφωτη λυχνία αναμμένη, υποψιθυρίζοντας το Σεμά Ισραέλ, και τον μικρό μουσουλμάνο δίπλα της να της κρατάει το χέρι!
Γύρω από τη μαντάμ Ροζά κινείται ένας αλλόκοτος κόσμος: ο Ν'ντα Αμεντέ, μαστροπός, ο γερο-Κατς, Εβραίος γιατρός, η αγία Μαντάμ Λολά, τραβεστί, πρώην πρωταθλητής πυγμαχίας, ο κύριος Χαμίλ, πλανόδιος πωλητής χαλιών, ο πυροφάγος Ουαλούμπα από το Καμερούν. Με όσο χιούμορ και αν αποδίδει αυτόν τον κόσμο ο Γκαρύ, σαν μαύρη κωμωδία, δεν παύει να είναι ένας σκληρός κόσμος: πόρνες, μαστροποί, κλέφτες, τρελοί, φονιάδες (όπως ο πατέρας του Μομό), εγκαταλελειμμένα παιδιά. Περιθώριο, υπόκοσμος και δυστυχία. Κι όμως, σε αυτόν τον κόσμο η καλοσύνη και η αγάπη βρίσκουν δρόμο να περάσουν, βρίσκουν εκείνη την αρχαία και πάντα νέα στενή οδό! Αν στην «Υπόσχεση της αυγής» η αγάπη μητέρας και γιου είναι εγωιστική και υστερική, στα όρια της ψυχοπαθολογίας, στη «Ζωή μπροστά» η αγάπη δεν συνδέεται με καμιά φιλοδοξία, με κανένα κίνητρο, ου ζητεί τα εαυτής. Μόνο αυτή η αγάπη, η χωρίς λόγο, εκπληρώνεται τελικά και μένει εις τον αιώνα!
(0)Comments