Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Η Ιταλία έχει επιτύχει κάτι σπάνιο στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της: μια κυβέρνηση που διαρκεί. Η ευκαιρία τώρα είναι να αξιοποιήσει αυτή τη σταθερότητα για να ενισχύσει την ικανότητα του κράτους να δρα αποτελεσματικά.
Στις 3 Σεπτεμβρίου, κατά την 1.413η ημέρα της στην εξουσία, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι έγινε η μακροβιότερη κυβέρνηση της Ιταλίας από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, με αδιάλειπτη θητεία — ένα σημαντικό επίτευγμα για ένα πολιτικό σύστημα με μακρά ιστορία βραχύβιων κυβερνήσεων.
Η Μελόνι έχει διατηρήσει τη συνοχή του κυβερνητικού συνασπισμού, έχει καθησυχάσει τις αγορές και έχει αναδειχθεί σε Ευρωπαία ηγέτιδα με διεθνή αξιοπιστία. Η κυβέρνησή της μπορεί επίσης να επικαλεστεί περισσότερες από ένα εκατομμύριο νέες θέσεις εργασίας, ανεργία κάτω από το 6%, μεγαλύτερη δημοσιονομική πειθαρχία και σημαντικά λιγότερες παράτυπες αφίξεις μεταναστών. Συνολικά, πρόκειται για ουσιαστικά επιτεύγματα.
Η πολιτική σταθερότητα δεν αποτελεί μόνο επίτευγμα. Είναι επίσης το θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορούν να οικοδομηθούν μακροπρόθεσμες μεταρρυθμίσεις.
Υπό αυτό το πρίσμα, η επόμενη φάση της θητείας της Μελόνι θα κριθεί από το πόσο αποτελεσματικά θα μετατραπεί η πολιτική σταθερότητα σε διαρθρωτική αλλαγή.
Η ιταλική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει χρόνιους περιορισμούς. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,5% το 2025. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει εξίσου περιορισμένη ανάπτυξη το 2026 και το 2027, ενώ εκτιμά ότι ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης της χώρας μεσοπρόθεσμα διαμορφώνεται περίπου στο 0,6%. Η παραγωγικότητα παραμένει διαχρονικά χαμηλή, το δημόσιο χρέος ανερχόταν περίπου στο 137% του ΑΕΠ στο τέλος του 2025 και η γήρανση του πληθυσμού συνεχίζει να περιορίζει τις οικονομικές προοπτικές της Ιταλίας. Οι συνθήκες αυτές προϋπήρχαν επί μακρόν της σημερινής κυβέρνησης και είναι διαρθρωτικές, όχι συνήθεις διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου.
Γιατί έχει αποδειχθεί τόσο δύσκολη η διαρθρωτική αλλαγή, ακόμη και σε μια περίοδο ασυνήθιστης πολιτικής σταθερότητας;
Η απάντηση βρίσκεται εν μέρει στη φύση του διοικητικού συστήματος της Ιταλίας.
Η Ιταλία είναι μια ισχυρή δημοκρατία. Η οικονομική και διοικητική ζωή της, ωστόσο, διαμορφώνεται από μια βαθιά ριζωμένη κουλτούρα διαδικασιών: ένα συσσωρευμένο πλέγμα κανονισμών, εξαιρέσεων, αδειοδοτήσεων και αλληλεπικαλυπτόμενων αρμοδιοτήτων που επιβιώνει των κυβερνητικών αλλαγών.
Η δυσκολία είναι συστημική και όχι σκόπιμη. Προκύπτει από την αλληλεπίδραση θεσμών των οποίων οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες συχνά αλληλεπικαλύπτονται.
Η εξουσία κατανέμεται μεταξύ υπουργείων, περιφερειών, δήμων, ρυθμιστικών αρχών, δικαστηρίων, δημόσιων οργανισμών και επαγγελματικών φορέων. Μια επένδυση μπορεί να χρειαστεί να περάσει από πολλούς θεσμούς, καθένας από τους οποίους ασκεί μέρος της αρμοδιότητας, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσδιάκριτη η ευθύνη για την ολοκλήρωση της διαδικασίας.
Επομένως, το ζήτημα αφορά λιγότερο την ατομική απόδοση και περισσότερο τα θεσμικά κίνητρα. Ένας δημόσιος λειτουργός μπορεί να διατρέχει μεγαλύτερο προσωπικό ή νομικό κίνδυνο εγκρίνοντας μια αμφιλεγόμενη απόφαση παρά αναβάλλοντάς την. Τα υπουργεία και οι περιφέρειες οφείλουν να προστατεύουν τις νόμιμες αρμοδιότητές τους, ενώ ορισμένοι δήμοι δεν διαθέτουν την απαιτούμενη τεχνογνωσία ή το αναγκαίο προσωπικό για την αποτελεσματική εφαρμογή εθνικών προγραμμάτων.
Οι προσπάθειες αντιμετώπισης της διοικητικής πολυπλοκότητας έχουν ορισμένες φορές βασιστεί σε πρόσθετη νομοθεσία, η οποία μπορεί ακούσια να δημιουργήσει νέα επίπεδα διαδικασιών. Η απλούστευση είναι, συνεπώς, αποτελεσματικότερη όταν μειώνει τον αριθμό των απαιτούμενων σταδίων και καθιστά σαφές ποιος φέρει την τελική ευθύνη για κάθε απόφαση.
Το μέγεθος της πρόκλησης είναι μετρήσιμο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε τον Ιούνιο ότι το 41% των ιταλικών επιχειρήσεων ήταν δυσαρεστημένο από τη δημόσια διοίκηση — το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 69% των ιταλικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων χαρακτήριζε τη ρύθμιση και τα διοικητικά βάρη σημαντικές προκλήσεις. Το 83% των επιχειρήσεων απασχολούσε προσωπικό ειδικά για τη διαχείριση της κανονιστικής συμμόρφωσης. Οι αστικές και εμπορικές δικαστικές διαδικασίες παρέμεναν μεταξύ των πιο χρονοβόρων στην Ευρώπη. Το συνολικό βάρος συνιστά σημαντικό οικονομικό κόστος.
Ένα ιδιαίτερα αποκαλυπτικό εύρημα είναι ότι το εθνικό ρυθμιστικό πλαίσιο της Ιταλίας είναι, σε γενικές γραμμές, συγκρίσιμο με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Οι μεγαλύτερες δυσκολίες εμφανίζονται κατά την εφαρμογή, ιδίως όταν οι αρμοδιότητες μεταφέρονται στις περιφερειακές και δημοτικές διοικήσεις.
Η πρόκληση για την Ιταλία δεν αφορά, επομένως, μόνο τον όγκο των κανονισμών, αλλά και τη σαφήνεια, τη συνέπεια και τη λογοδοσία με τις οποίες εφαρμόζονται.
Το διοικητικό κόστος και το κόστος κανονιστικής συμμόρφωσης δεν επιβαρύνουν εξίσου όλες τις επιχειρήσεις. Οι μεγάλες εταιρείες μπορούν να απασχολούν δικηγόρους, συμβούλους και εξειδικευμένα τμήματα για να διαχειρίζονται πολύπλοκες διαδικασίες. Οι μικρότερες επιχειρήσεις διαθέτουν λιγότερους πόρους και, κατά συνέπεια, μπορεί να δυσκολεύονται περισσότερο να επεκταθούν. Φορολογικά προνόμια και κανονισμοί που συνδέονται με το μέγεθος μιας επιχείρησης μπορούν να ενισχύσουν αυτές τις επιπτώσεις.
Όταν το διοικητικό κόστος αποθαρρύνει την ανάπτυξη των επιχειρήσεων, πλήττονται οι επενδύσεις και η καινοτομία. Η ασθενέστερη παραγωγικότητα περιορίζει στη συνέχεια τους μισθούς και την οικονομική ανάπτυξη, καθιστώντας ακόμη δυσκολότερη την προώθηση περαιτέρω μεταρρυθμίσεων.
Η κυβέρνηση Μελόνι έχει ήδη σημειώσει ουσιαστική πρόοδο. Περισσότερες από 260 διαδικασίες έχουν απλουστευθεί ή ψηφιοποιηθεί στο πλαίσιο του προγράμματος ανάκαμψης. Η ενιαία Ειδική Οικονομική Ζώνη για τη Νότια Ιταλία μείωσε τον μέσο χρόνο που απαιτείται για την εξασφάλιση επενδυτικών αδειών από περισσότερες από 98 σε λιγότερες από 54 ημέρες. Μέχρι το τέλος του 2025, η Ιταλία είχε ολοκληρώσει σχεδόν τα τρία τέταρτα των οροσήμων του σχεδίου ανάκαμψης και είχε λάβει περίπου τα τρία τέταρτα των διαθέσιμων 194,4 δισ. ευρώ. Ο ΟΟΣΑ καταγράφει πραγματική πρόοδο στη δημόσια διοίκηση, στη δικαιοσύνη και στο επιχειρηματικό περιβάλλον.
Τα αποτελέσματα αυτά αποδεικνύουν ότι οι στοχευμένες μεταρρυθμίσεις μπορούν να αποδώσουν. Το επόμενο βήμα είναι να επεκταθούν με συνέπεια αυτά τα οφέλη σε ολόκληρο το ιταλικό κράτος.
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός αποδίδει τα μεγαλύτερα οφέλη όταν συνοδεύεται από απλούστευση των υποκείμενων διαδικασιών. Τα ευρωπαϊκά ορόσημα έχουν ευρύτερο και πιο διαρκή αντίκτυπο όταν ενσωματώνονται σε μια μόνιμη διοικητική ικανότητα. Οι εθνικές μεταρρυθμίσεις είναι αποτελεσματικότερες όταν εφαρμόζονται με συνέπεια σε όλες τις περιφέρειες και τους δήμους.
Ο μακροχρόνιος χαρακτήρας αυτών των προκλήσεων σημαίνει ότι ο μετασχηματισμός θα είναι αναγκαστικά σταδιακός. Η πολιτική σταθερότητα προσφέρει, ωστόσο, στην Ιταλία μια πολύτιμη ευκαιρία να επιταχύνει τη διαδικασία.
Η διαρθρωτική μεταρρύθμιση είναι πολιτικά απαιτητική σε κάθε δημοκρατία, διότι ανακατανέμει κόστη και οφέλη. Η απλούστευση του φορολογικού συστήματος επηρεάζει όσους επωφελούνται σήμερα από εξαιρέσεις. Η απελευθέρωση των αγορών απαιτεί προσαρμογή από καθιερωμένους κλάδους. Η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος έχει σημαντικές κοινωνικές συνέπειες. Η θέσπιση εθνικών προτύπων απαιτεί προσεκτικό συντονισμό με τις περιφερειακές και τοπικές αρχές.
Τα οφέλη συχνά γίνονται ορατά σε βάθος χρόνου, ενώ το κόστος προσαρμογής είναι πιο άμεσο. Η αποτελεσματική μεταρρύθμιση απαιτεί, επομένως, προσεκτική ιεράρχηση και αλληλουχία των μέτρων, διαβούλευση και διαρκή υποστήριξη από την κοινωνία.
Η πολιτική επιτυχία της Μελόνι αντανακλά τη σαφή κατανόηση αυτής της πραγματικότητας. Η κυβέρνησή της έχει ιεραρχήσει προσεκτικά τις προτεραιότητές της, διατηρώντας τη συνοχή του κυβερνητικού συνασπισμού και τη δημοσιονομική αξιοπιστία, ενώ παράλληλα προωθεί μεταρρυθμίσεις εντός των υφιστάμενων περιορισμών. Η προσέγγιση αυτή έχει συμβάλει τόσο στη διάρκειά της όσο και στη διεθνή της θέση. Η ίδια πολιτική σταθερότητα μπορεί τώρα να αποτελέσει τη βάση για τη διεύρυνση και την εμβάθυνση της μεταρρυθμιστικής ατζέντας.
Το δημόσιο χρέος της Ιταλίας προσθέτει έναν ακόμη βαθμό πολυπλοκότητας. Οι δαπάνες για τόκους και συντάξεις απορροφούν πόρους οι οποίοι διαφορετικά θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην εκπαίδευση, στη φροντίδα των παιδιών, στην έρευνα, στις υποδομές και στον διοικητικό εκσυγχρονισμό. Η κυβέρνηση διαθέτει περιορισμένα περιθώρια για να αντισταθμίσει το κόστος προσαρμογής που συνεπάγονται οι μεταρρυθμίσεις, ενώ οποιαδήποτε εντύπωση δημοσιονομικής απειθαρχίας μπορεί να αυξήσει γρήγορα το κόστος δανεισμού.
Η ευρωπαϊκή ρύθμιση αποτελεί επίσης μέρος αυτού του περιβάλλοντος, αλλά μεγάλο μέρος των καθημερινών επιπτώσεών της εξαρτάται από την εφαρμογή της σε εθνικό επίπεδο. Ο καλύτερος συντονισμός μεταξύ των ευρωπαϊκών, εθνικών, περιφερειακών και τοπικών αρχών θα είναι απαραίτητος για τη μείωση της πολυπλοκότητας, με παράλληλη διατήρηση των αναγκαίων νομικών και κοινωνικών εγγυήσεων.
Η επόμενη φάση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων θα ωφελούνταν από ένα σαφές διοικητικό δόγμα.
Ένα τέτοιο δόγμα θα μπορούσε να προβλέπει ότι κάθε νέος κανονισμός θα συνοδεύεται από συστηματική επανεξέταση των υφιστάμενων ρυθμίσεων. Οι κανόνες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν ημερομηνίες λήξης ή επανεξέτασης, εκτός εάν αποδεικνύεται η διαρκής χρησιμότητά τους. Οι σημαντικές αδειοδοτήσεις θα μπορούσαν να ανατίθενται σε μία και μόνη αρμόδια αρχή, με σαφείς προθεσμίες και συνεπή εφαρμογή της σιωπηρής έγκρισης.
Οι δημόσιοι λειτουργοί θα πρέπει να υποστηρίζονται θεσμικά όταν λαμβάνουν εύλογες αποφάσεις καλόπιστα, με τη λογοδοσία να επικεντρώνεται στην έγκαιρη και αποτελεσματική υλοποίηση. Οι φορολογικές και κανονιστικές διατάξεις που αποθαρρύνουν τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων θα πρέπει να επανεξεταστούν. Οι μεταρρυθμίσεις στην απονομή της αστικής δικαιοσύνης, στο πτωχευτικό δίκαιο και στις δημόσιες συμβάσεις πρέπει να συνεχιστούν και να εφαρμόζονται με συνέπεια σε ολόκληρη τη χώρα.
Η πρόοδος μπορεί στη συνέχεια να αξιολογείται, παράλληλα με τα νομοθετικά ορόσημα, και μέσω πρακτικών δεικτών: του χρόνου που απαιτείται για την ίδρυση μιας επιχείρησης, την έκδοση μιας άδειας, την εκτέλεση μιας σύμβασης, την ολοκλήρωση ενός έργου υποδομής ή την πρόσβαση σε μια δημόσια υπηρεσία.
Κανένας από αυτούς τους στόχους δεν ανήκει εγγενώς στην Αριστερά ή στη Δεξιά. Αποτελούν μέρος των θεσμικών θεμελίων ενός σύγχρονου και ανταγωνιστικού κράτους.
Η πρώτη θητεία της Μελόνι έχει αποδείξει ότι η Ιταλία μπορεί να διατηρήσει μια κυβέρνηση με διάρκεια. Εάν επανεκλεγεί, θα έχει την ευκαιρία να αναδείξει τον θεσμικό εκσυγχρονισμό σε καθοριστική προτεραιότητα της επόμενης φάσης, αξιοποιώντας την πρόοδο που έχει ήδη επιτευχθεί στο πλαίσιο του προγράμματος ανάκαμψης.
Τέτοιες μεταρρυθμίσεις απαιτούν διαρκή συνοχή του κυβερνητικού συνασπισμού, σαφή ενημέρωση της κοινής γνώμης και συντονισμό μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων διακυβέρνησης — ικανότητες που η κυβέρνηση έχει ήδη αποδείξει ότι διαθέτει.
Η επιτυχία θα επέτρεπε στην Ιταλία να μετατρέψει την πολιτική διάρκεια σε ισχυρότερη παραγωγικότητα, υψηλότερη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και αποτελεσματικότερες δημόσιες υπηρεσίες.
Η Μελόνι έχει δείξει ότι μια ιταλική κυβέρνηση μπορεί να διαρκέσει. Η ευκαιρία τώρα είναι να αποδειχθεί ότι μια κυβέρνηση με διάρκεια μπορεί να μετατρέψει τη σταθερότητα σε μόνιμη θεσμική μεταρρύθμιση.
Η σταθερότητα υπήρξε το επίτευγμα. Η διαρθρωτική μεταμόρφωση θα μπορούσε να αποτελέσει την παρακαταθήκη της.
(0)Comments