Φόρτωση Text-to-Speech...
Σε ένα σύντομο σχόλιο του 1946, «Η παρακμή του αγγλικού φόνου», ο Τζορτζ Οργουελ, με τη σατιρική ιδιοφυΐα του, πενθεί για την «αμερικανοποίηση» του εγκλήματος στην πατρίδα του, συγκρίνοντας έναν φόνο που εκείνο τον καιρό καθήλωνε την κοινή γνώμη με την κλασική αγγλική «συνταγή». Ενας λιποτάκτης του αμερικανικού στρατού και μια άνεργη 18χρονη Αγγλίδα συναντήθηκαν τυχαία και μέσα σε ένα εξαήμερο όργιο βίας και διασκέδασης δολοφόνησαν έναν ταξιτζή και αποπειράθηκαν να σκοτώσουν δύο γυναίκες. Τα θύματα είχαν βρεθεί μπροστά τους όλως τυχαίως. «Ισως είναι σημαντικό ότι η αγγλική δολοφονία που συζητήθηκε περισσότερο τα τελευταία χρόνια διεπράχθη από Αμερικανό και νεαρή Αγγλίδα μισοαμερικανοποιημένη», σχολιάζει ο Οργουελ. Και ποια ήταν η «σωστή» αγγλική δολοφονία που επισκιαζόταν από τη νέα μόδα, αυτή που έως τότε εκστασίαζε τους αναγνώστες λαϊκών εφημερίδων; Ο δολοφόνος πρέπει να είναι «ένα αντράκι της επαγγελματικής τάξης –οδοντίατρος ή δικηγόρος– ο οποίος ζει άσπιλος σε κάποιο προάστιο», γράφει ο Οργουελ. «Πρέπει να είναι ή πρόεδρος της τοπικής κλαδικής του Συντηρητικού Κόμματος ή ζωηρός πολέμιος της κατανάλωσης οινοπνεύματος. Πρέπει να ξεστρατίσει λόγω ένοχου πόθου για τη γραμματέα του ή για τη σύζυγο συναδέλφου, και να φθάσει στον φόνο μόνο έπειτα από τρομερή μάχη με τη συνείδησή του. Εχοντας αποφασίσει να διαπράξει τον φόνο, πρέπει να τον σχεδιάσει προσεκτικά και με μεγάλη πονηρία. Ομως, θα του ξεφύγει μια ελάχιστη, απρόβλεπτη λεπτομέρεια». Το δηλητήριο είναι η «μέθοδος επιλογής» για τον φόνο. Και ο Οργουελ καταλήγει: «Με τέτοιο υπόβαθρο, ένα έγκλημα μπορεί να έχει δραματικές, έως και τραγικές πτυχές, οι οποίες το καθιστούν αξέχαστο, προκαλώντας οίκτο και για το θύμα και για τον δολοφόνο». (Εδώ αναρωτιόμαστε εάν η Αγκαθα Κρίστι, η οποία ήταν στα φόρτε της τότε, διαμόρφωνε τις προτιμήσεις του κοινού της ή εάν ακολουθούσε τις ορέξεις του.)
Στην Ελλάδα ασπαζόμαστε το δόγμα της «κακιάς ώρας», σύμφωνα με το οποίο όλοι βρισκόμαστε ένα απρόβλεπτο βήμα από το να γίνουμε θύμα ή θύτης.
Στην Ελλάδα δεν μπορούμε να πούμε ότι έχουμε «εθνική προτίμηση» σε κάποια μορφή φόνου. Ευφάνταστοι, συμπονετικοί και θερμόαιμοι, μας συναρπάζουν και μας στενοχωρούν όλοι οι τύποι φόνου. Ασπαζόμαστε το δόγμα της «κακιάς ώρας», σύμφωνα με το οποίο όλοι βρισκόμαστε ένα απρόβλεπτο βήμα από το να γίνουμε θύμα ή θύτης. Γι' αυτό, ας ψάξουμε αλλού για το «τέλειο έγκλημα», αυτό που εκφράζει εθνική ιδιοσυγκρασία: στα υπόγεια και τα παρτέρια της επικράτειας, εκεί όπου κάθε τόσο θα βρεθούν τα απομεινάρια κάποιου εκλιπόντος γονιού, θυσία στην ανάγκη απογόνου να επιβιώσει (ή να εξασφαλίσει μια πιο άνετη ζωή) στον μάταιο τούτο κόσμο. Για μια κοινωνία που αγωνιά να μάθει τα εκ Θεσσαλονίκης «πακέτα» παροχών, τα οποία ίσως επηρεάσουν τις συνθήκες ζωής πολλών και την εκλογική τύχη άλλων, η προσπάθεια η σύνταξη του μακαρίτη γονιού να μην τον ακολουθήσει στη μαύρη τρύπα της στέρησης μπορεί να εκληφθεί και ως συγκινητική προσπάθεια να κρατηθεί αγαπημένο πρόσωπο στη ζωή, παρέχοντας γονική φροντίδα και από τον ανορθόδοξο τάφο του.
Καθώς πολλοί δεν υπολογίζουμε πως ό,τι εισπράττει ο ένας βγαίνει από την τσέπη του άλλου, οι απάτες που σχετίζονται με συντάξεις, η φοροκλοπή κ.ά. θεωρούνται γενικώς έγκλημα χωρίς θύμα. Πιθανώς, αυτοί που στερούν τους νεκρούς από την αξιοπρέπεια που ορίζουν πανανθρώπινα έθιμα είναι μειωμένης αντίληψης, κυνικά αδιάφοροι ή σε υπαρξιακό πανικό. Oπως και να είναι, θέτουν το προσωπικό συμφέρον πάνω από οποιαδήποτε άλλη έννοια. Το έθιμο, το «σωστό», ο νόμος, το δέος του θανάτου, η κοινωνία, δεν μετρούν γι' αυτούς. Η μοναξιά αυτή είναι καταδίκη. Και πριν από την αποκάλυψή του, το «τέλειο έγκλημα» έχει μόνο θύματα.
(0)Comments