Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι εκ φύσεως ανταγωνιστικές για ιστορικούς, γεωγραφικούς και γεωπολιτικούς λόγους. Ειδικότερα, από το 1974 μέχρι σήμερα έχουν υπάρξει διάφορες περίοδοι διακυμάνσεων, έντασης, σχετικής ηρεμίας, διαλόγου, ακοινωνησίας, διάθεσης για εξεύρεση λύσης και αδιαλλαξίας, συνεργασίας και αντιπαλότητας. Για την Ελλάδα, η Τουρκία αποτελεί ζωτικού χαρακτήρα απειλή ασφαλείας, ενώ για την Τουρκία, η Ελλάδα θεωρείται εμπόδιο στην απρόσκοπτη πρόσβασή της κυρίως στο Αιγαίο και δευτερευόντως στην Ανατολική Μεσόγειο και βέβαια στην υλοποίηση του αναθεωρητισμού της. Η από κοινού συμμετοχή στο ΝΑΤΟ έχει μεν αποσοβήσει μια στρατιωτική σύγκρουση, αλλά δεν έχει μετριάσει την αντιπαλότητα και τις βαθύτερες αιτίες αυτής. Αλλωστε, παραδοσιακά η Τουρκία, ακόμη περισσότερο την τελευταία δεκαετία, επιζητεί την αναγνώριση της ιδιαιτερότητάς της και την ανάλογη μεταχείρισή της, με μικρότερους βαθμούς δέσμευσης από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Συμμαχίας. Αυτήν τη συνθήκη την ανταλλάσσει με τη μόνιμη διάθεσή της να συμβάλλει σημαντικά σχεδόν σε όλες τις νατοϊκές αποστολές.
Σήμερα, η Τουρκία προσαρμόζει το αφήγημά της στα νέα δεδομένα. Προσδιορίζει την Ελλάδα ως ενεργούμενο του Ισραήλ, το οποίο έχει δαιμονοποιήσει ήδη από το 2009, αξιοποιεί τον μονοδιάστατο προσανατολισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης στα ζητήματα ασφαλείας στην ανατολική της πτέρυγα και τον ρωσικό κίνδυνο, εκμεταλλεύεται την απευθείας πρόσβαση του Ερντογάν στον Τραμπ, αλλά ταυτόχρονα ανησυχεί για την εμπέδωση των δεσμών Ελλάδας – Ισραήλ, ειδικότερα δε στον στρατιωτικό τομέα, όπως επίσης και για τις ενέργειες της Ελλάδας των τελευταίων ετών, εφόσον αναπτύσσονται και προωθούνται στην πράξη οι θέσεις μας. Να διευκρινίσουμε ότι η Αγκυρα προβάλλει την ενδυνάμωσή της στον τομέα της άμυνας ως αναγκαία συνθήκη για την ασφάλεια της Ευρώπης και την αναβάθμιση του ρόλου του ΝΑΤΟ στην ευρύτερη περιοχή (παρότι δεν είναι αφοσιωμένη σε αυτό), ωστόσο, όταν η Ελλάδα ενισχύεται στους αντίστοιχους τομείς, κατηγορείται ότι το κάνει με επιθετικές βλέψεις απέναντι στην Τουρκία και πως έτσι δημιουργεί τις προϋποθέσεις είτε για την πρόκληση σύγκρουσης είτε για την επικράτηση συνθηκών αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή. Αυτό το οξύμωρο οφείλει η ελληνική πλευρά να αναδεικνύει στη δημόσια σφαίρα, αλλά και στις κατ' ιδίαν συναντήσεις Ελλήνων αξιωματούχων με ξένους παράγοντες.
Eτσι κι αλλιώς, οφείλουμε να δώσουμε πολύ μεγαλύτερη έμφαση και να διαθέσουμε τους κατάλληλους πόρους στο κομμάτι της διεθνούς δημόσιας διπλωματίας, όπου η Τουρκία δρα ενιαία και μέσω ενός συντονιστικού κέντρου και θέτει στις υπηρεσίες της, στην κατεύθυνση προώθησης και εδραίωσης των θέσεών της στα κέντρα λήψης αποφάσεων, πρόσωπα με κύρος και προσβάσεις, όπως πρώην διπλωμάτες, αποστράτους, επιχειρηματίες και ακαδημαϊκούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά το ελληνικό βέτο στο πρόγραμμα SAFE, όπου η Αθήνα έθεσε ορθώς δύο προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Τουρκίας, υπήρξε για πολλούς μήνες μπαράζ αναλύσεων, άρθρων και συνεντεύξεων ανάδειξης της χρησιμότητας της Αγκυρας για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Ομοίως, η σύμπραξη της Τουρκίας με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν διαφημίζεται ως προσπάθεια αποκατάστασης της περιφερειακής τάξης, ενώ οι συνέργειες Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ έχουν δήθεν αντιμουσουλμανικό πρόσημο και μάλιστα χρησιμοποιούνται από την Αγκυρα ως επιχείρημα για να κρατήσουν την Αίγυπτο μακριά. Επιβεβαιώνεται, πάντως, με την επικείμενη τριμερή Καΐρου – Αθήνας – Λευκωσίας ότι το πρώτο έχει ένα δικό του περιφερειακό αποτύπωμα και δεν επιθυμεί να ταυτιστεί με καμία πλευρά.
Για την Τουρκία, πάγια επιδίωξη αποτελεί η διεύρυνση των δικών της διαπραγματευτικών περιθωρίων ελιγμών, συρρικνώνοντας τα περιθώρια όλων των υπολοίπων, είτε επιχειρεί να δημιουργήσει σχέσεις εξάρτησης μαζί τους, όπως με τις δύο κυβερνήσεις της Λιβύης, τη Συρία και σε μικρότερο βαθμό τον Λίβανο, είτε χρησιμοποιώντας ως δέλεαρ αμυντικές συμφωνίες και οριοθετήσεις θαλασσίων ζωνών και δη μεγαλύτερης έκτασης, επί παραδείγματι με την Αίγυπτο, ή πολύ περισσότερο αποστερώντας τους το δικαίωμα να κάνουν χρήση των κυριαρχικών δικαιωμάτων τους, όπως με την Ελλάδα και την Κύπρο.
Οφείλουμε να δώσουμε πολύ μεγαλύτερη έμφαση και να διαθέσουμε τους κατάλληλους πόρους στο κομμάτι της διεθνούς δημόσιας διπλωματίας, όπου η Τουρκία δρα ενιαία.
Πάντως, το πρόβλημα για την Τουρκία αναφορικά με τη σχέση Ελλάδας και Ισραήλ είναι πολυδιάστατο και δεν έχει βρει ακόμη το κατάλληλο αντίδοτο. Αυτή η σχέση προσφέρει στην Ελλάδα αποτελεσματικότερη εξισορρόπηση της τουρκικής ισχύος και επιρροής, δεν είναι εύκολο να διαρραγεί, δεν βρίσκει απήχηση η διαπόμπευσή της παρά μόνο σε κάποιους ισλαμικούς κύκλους, έχει προφανώς τη συγκατάθεση των ΗΠΑ (ήδη από την πρώτη θητεία Τραμπ) και, το κυριότερο, πρόκειται να εγκαταστήσει ισραηλινά οπλικά συστήματα σε μέρος της νησιωτικής Ελλάδας ενώ προωθεί σχέδια που παρακάμπτουν την Τουρκία, με τη συμμετοχή και της Κύπρου. Μάλιστα, τρόπον τινά, αντισταθμίζει και τη μερική εξουδετέρωση του ευρωπαϊκού χαρτιού από πλευράς της Αγκυρας, με τις διμερείς συμπράξεις της στην άμυνα με σειρά κρατών.
Τα διαβήματα και οι διακοινώσεις, όπως και οι NAVTEX και anti-NAVTEX, μαρτυρούν το κλίμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το οποίο βρίσκεται εκ νέου σε φάση διαχείρισης πιθανών κρίσεων και δη με σημαντικούς διαύλους επικοινωνίας ανενεργούς. Αυτήν τη φορά, το διεθνές περιβάλλον είναι αλλιώτικο και αλλόκοτο, οι αναθεωρητές και οι υβριδικές μέθοδοί τους ενθαρρύνονται κατά κάποιον τρόπο από την αποφευκτική στάση των ΗΠΑ έναντι των συμμάχων τους, τυχόν παρέμβαση της Ουάσιγκτον δεν είναι ευκταία, ενώ το Ισραήλ είναι περιθωριοποιημένο και απαιτούνται λεπτοί χειρισμοί ώστε να μην αποξενωθούμε από τους Αραβες και άλλους, ούτε βέβαια να εμπλακούμε σε δικά τους παιχνίδια/προβλήματα. Συνεπώς, τουλάχιστον μέχρι να ολοκληρωθούν τα αμυντικά προγράμματα θωράκισής μας, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και εγρήγορση.
Ο κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων και καθηγητής του Αμερικανικού Πανεπιστημίου Ελλάδος. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος το βιβλίο «Η νέα παγκόσμια τάξη. Το δίκαιο της ισχύος».
(0)Comments