ΑΡ

Αριστείδης Χατζής

Ενα παρωχημένο καλούπι για τη νέα γενιά

Image
Είναι δύσκολο να ετοιμάσεις ένα επιτυχημένο σχολικό εγχειρίδιο. Είναι ελάχιστα τα εγχειρίδια που δεν έχουν προκαλέσει δυσφορία σε μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς. Το ότι θα υπήρχαν αντιδράσεις, λοιπόν, για το νέο βιβλίο Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής της Γ΄ Γυμνασίου ήταν αναμενόμενο. Οι αντιδράσεις επικεντρώθηκαν, δικαιολογημένα, στα έμφυλα στερεότυπα. Το βιβλίο ορίζει τον γάμο ως «νόμιμη και μόνιμη ένωση δύο ανθρώπων διαφορετικού φύλου, με σκοπό την οικογένεια, τη γέννηση παιδιών». Η διατύπωση αυτή είναι παρωχημένη καθώς αποκλείει από τον ορισμό του γάμου ζευγάρια που δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά. Στην ίδια ενότητα, η οικογένεια παρουσιάζεται πρωτίστως ως μηχανισμός βιολογικής και κοινωνικής αναπαραγωγής. Οι άλλες μορφές συμβίωσης, ακόμη και οι θεσμοθετημένες πλέον από την ελληνική πολιτεία, παρουσιάζονται ως παρεκκλίσεις. Αποκαλυπτικός είναι ο όρος «οικογένεια διπλής σταδιοδρομίας» για την οικογένεια στην οποία εργάζονται και οι δύο γονείς. Αυτό που χρειάζεται ειδική ονομασία είναι προφανώς η εργασία της μητέρας, όχι του πατέρα. Το βιβλίο αναγνωρίζει ότι οι κοινωνικοί ρόλοι εσωτερικοποιούνται μέσω της κοινωνικοποίησης, αλλά αντί να εξετάσει κριτικά τον μηχανισμό παραγωγής τους, τους αναπαράγει νομιμοποιώντας τους. Το περισσότερο συζητημένο απόσπασμα αφορά τη βία κατά των γυναικών. Τα κορίτσια καλούνται να λαμβάνουν υπόψη ότι οι άνδρες έχουν μεγαλύτερο όγκο και δύναμη, να αποφεύγουν τις «κακοτοπιές» και να απομακρύνονται από άνδρες που εμφανίζουν ορισμένα αρνητικά χαρακτηριστικά. Σε ένα σχολικό κεφάλαιο για την έμφυλη βία το βάρος μεταφέρεται στη συμπεριφορά του πιθανού θύματος. Η βία δεν εξηγείται ως σχέση εξουσίας. Δεν συνδέεται επαρκώς με την κοινωνική θέση των φύλων, τον έλεγχο, την εξάρτηση, την κανονικοποίηση της επιθετικότητας ή την ευθύνη του δράστη. Αντί γι' αυτά, το βιβλίο συμβουλεύει τις γυναίκες να διακρίνουν εγκαίρως τον «δύστροπο», τον «νάρκισσο» ή εκείνον που έχει έλλειμμα ενσυναίσθησης. Η βία μετατρέπεται έτσι από κοινωνικό και θεσμικό πρόβλημα σε ζήτημα ορθής γυναικείας επιλογής. Ο συγγραφέας απαντώντας στην κριτική δήλωσε ότι οι διατυπώσεις του στηρίζονται στην «κοινή λογική». Η απάντηση, όμως, επιβεβαιώνει το βαθύτερο πρόβλημα. Η κοινωνική επιστήμη δεν μπορεί να περιορίζεται στην κοινή λογική, ακριβώς επειδή η κοινή λογική περιέχει τις προκαταλήψεις και αναπαράγει τις ιεραρχίες της κοινωνίας που καλείται να μελετήσει. Στην εισαγωγή διακηρύσσεται ότι το μάθημα πρέπει να αναπτύσσει την κριτική ικανότητα και η διδασκαλία οφείλει να θέτει ερωτήματα αντί να επιβάλλει λύσεις. Στην πράξη, όμως, η γλώσσα είναι διαρκώς κανονιστική. Ο μαθητής πληροφορείται τι πρέπει να πιστεύει, ποια συμπεριφορά είναι κοινωνικά επιθυμητή, ποια οικογένεια είναι φυσιολογική. Η κοινωνικοποίηση παρουσιάζεται ως προσαρμογή σε αξίες και κανόνες που επιβάλλει η κοινωνία. Η επιθυμητή συμπεριφορά είναι αυτή που επιτρέπει στο άτομο να ενταχθεί ομαλά και να συμβάλει στην κοινωνική συνοχή. Το σχολείο εμφανίζεται όχι τόσο ως ο χώρος όπου οι μαθητές μαθαίνουν να ελέγχουν κριτικά τα πάντα, αλλά ως μηχανισμός μετάδοσης αποδεκτών αρχών και ρόλων. Ο καλός πολίτης είναι πειθαρχημένος, κομφορμιστής, οικογενειάρχης, προσανατολισμένος στην αυτοβελτίωση. Η φράση «αν το θέλω, το μπορώ» συνοψίζει αυτή τη φιλοσοφία. Η φτώχεια, η αποτυχία, η βία και ο αποκλεισμός εμφανίζονται ως συνέπειες αδύναμου χαρακτήρα ή λανθασμένων επιλογών. Το βιβλίο φέρει τη σφραγίδα του υπουργείου Παιδείας και του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και παρουσιάζεται ως επιστημονικά ελεγμένο εκπαιδευτικό υλικό. Η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι αποκαλυπτική. Στην Ολλανδία, για παράδειγμα, η ανανέωση του αντίστοιχου μαθήματος κοινωνικής και πολιτικής εκπαίδευσης δεν ξεκίνησε με την ανάθεση ενός βιβλίου σε έναν συγγραφέα. Συγκροτήθηκε επιτροπή ανανέωσης του γνωστικού αντικειμένου, η οποία παρέδωσε πέντε σχέδια προγραμμάτων το 2024. Οι επιλογές συνοδεύθηκαν από ξεχωριστά επεξηγηματικά κείμενα, με αναφορές στις επιστημονικές και παιδαγωγικές προκλήσεις του μαθήματος. Χρειαζόμαστε μια διαφορετική αντίληψη για τη συγγραφή σχολικών εγχειριδίων. Η Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή δεν πρέπει να διδάσκει στους δεκαπεντάχρονους ποια είναι η σωστή οικογένεια, ο σωστός άνδρας, η σωστή γυναίκα και ο σωστός πολίτης – ακόμη και αν το μοντέλο είναι προοδευτικό. Πρέπει να τους δίνει έννοιες, εργαλεία και επιχειρήματα, ώστε να μπορούν να εξετάζουν κριτικά πώς κατασκευάζονται αυτοί οι ορισμοί, ποιος ωφελείται από αυτούς και πώς μπορούν να αλλάξουν. Ενα δημοκρατικό σχολείο δεν παράγει πολίτες που αποστηθίζουν έτοιμες «σωστές απαντήσεις». Παράγει ελεύθερους πολίτες που μπορούν να θέτουν τις σημαντικές ερωτήσεις. *Η κ. Εμελίνα Χατζάκου είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Πολιτική Θεωρία από το Πανεπιστήμιο του Αμστερνταμ, συνεχίζει τις σπουδές της στη Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης και είναι επιστημονική συνεργάτις του Εργαστηρίου Πολιτικής και Θεσμικής Θεωρίας και Ιστορίας των Ιδεών του ΕΚΠΑ. *Ο κ. Αριστείδης Ν. Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο ΕΚΠΑ και διευθυντής του Εργαστηρίου.
Ενα παρωχημένο καλούπι για τη νέα γενιά
View on original source
Share
Archive
Like

(0)Comments

 

Related Opinion

A note on cookies

Newshunt uses essential cookies to keep you signed in and to remember your language and country, so the site works the way you expect. With your permission, we'd also like to use analytics cookies to understand how people use Newshunt and improve it over time.

Accepting only affects analytics. To learn more, view our Privacy Policy or Terms & Conditions.