Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι πειστικός και, σε γενικές γραμμές, αποδεκτός, σχεδόν πάντα όταν συνομιλεί δημοσίως με δημοσιογράφους; Γιατί και χθες, στη μεγάλη συνέντευξη Τύπου που έδωσε στη Θεσσαλονίκη, κέρδισε τις εντυπώσεις;
Για έναν απλό λόγο. Επειδή είναι ενημερωμένος για τα προγράμματα και τις βασικές πολιτικές της κυβέρνησής του. Επειδή οι πολιτικές αυτές υπακούουν σε βασικές ιδεολογικές σταθερές, κατά βάση φιλελεύθερες αλλά όχι καθαρόαιμα φιλελεύθερες γενικώς, από τις οποίες ο έλληνας Πρωθυπουργός εμφορείται. Επειδή δεν κρύβεται, απαντά στις ερωτήσεις που του γίνονται χωρίς να προσπαθεί να πει άλλα αντ' άλλων. Επειδή απαντά ακόμα και στις εμπαθείς ερωτήσεις. Κι επειδή ξέρει γράμματα, δεν είναι αλαζόνας, δεν παριστάνει τον ξερόλα κι ας είναι πάντα καλά ενημερωμένος, δεν ψάχνει ετοιματζίδικες προτάσεις για να τις πει σαν ποίημα – και βέβαια είναι χαμηλόφωνος και ευγενικός. Εντάξει, έχει ένα ελάττωμα, γουρλώνει τα μάτια.
Είναι όλες οι απαντήσεις του πειστικές; Οχι. Σε δύσκολες ερωτήσεις οι απαντήσεις του μπορεί να μην είναι απολύτως πειστικές – όπως, π.χ., χθες στην ερώτηση που του έγινε για τα λάθη της κυβέρνησής του. Ως πρώτο μεγάλο λάθος βεβαίως, περιέγραψε την καθυστερημένη αντίδραση της κυβέρνησης στις καταγγελίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ – όταν μάλιστα λέει ότι έχει το θάρρος να παραδεχτεί τα λάθη του εκεί ενοχλεί, επειδή δεν είναι δουλειά του Πρωθυπουργού να κάνει αξιολογικές κρίσεις για την κυβερνητική στάση του· το αν είναι αποτέλεσμα θάρρους, υποκρισίας ή και αδιαφορίας η αυτοκριτική ενός πολιτικού εναπόκειται στην κρίση του ακροατηρίου του, όχι στην κρίση του ιδίου.
Αλλά από εκεί και πέρα, ο Μητσοτάκης δεν είναι ένας συνομιλητής που ψάχνει κλισέ και έτοιμα ποιηματάκια. Απαντά. Προφανώς, τις ερωτήσεις για τις πολιτικές κινήσεις του τις έχει προβάρει, ξέρει τη μιντιακή απήχησή τους, οπότε τις περιμένει. Εύλογο δεν είναι;
Στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου, π.χ., είχε ατάκες για την αντιπολίτευση, για το πρόγραμμα εξοπλισμών, για την πλειοδοσία σε παροχές, για τον Αντώνη Σαμαρά. Αναμενόμενες; Αν, όμως, είναι αναμενόμενη η εμμονή σε συγκεκριμένες πολιτικές στάσεις και επιλογές, τότε γιατί ήδη από την ώρα της συνέντευξης τα διάφορα ειδησεογραφικά σάιτ έκαναν τίτλους με τις φράσεις του; Επίσης, δεν είναι εύλογο να τοποθετηθεί στην πλειοδοσία παροχών εκ μέρους των δύο σχημάτων που αυτή τη στιγμή ανταγωνίζονται για τη δημοσκοπική δεύτερη θέση, την ΕΛΑΣ Τσίπρα και το ΠΑΣΟΚ;
Οσο για το δικό του, το κυβερνητικό πρόγραμμα παροχών – που προφανώς είναι και προεκλογικό – έχει ιδιαίτερη σημασία ότι προσδιορίζεται στο πλαίσιο του δημοσιονομικού πλαισίου στο οποίο μπορεί να κινηθεί η χώρα. Αυτού του πλαισίου που η αντιπολίτευση λησμονεί.
Διάβασα μια επικριτική ανακοίνωση του εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος υπόσχεται αύξηση της παραγωγικότητας και του κοινωνικού κράτους. Αύξηση της παραγωγικότητας στα λόγια του αέρα είναι εύκολη. Για να συμβεί στην πράξη, όμως, απαιτούνται δύο απλά πράγματα: να προσελκύσεις επενδυτές και να μην υπερβείς τα δημοσιονομικά όρια της χώρας. Εδώ σε θέλω μάστορα.
Ο Πρωθυπουργός ήταν σκληρός και με τον Αντώνη Σαμαρά. Συγγνώμη αλλά δεν έχει άδικο. Οντως ο Σαμαράς διαθέτει την τεχνογνωσία να κάνει ζημιά στη ΝΔ. Και επίσης όντως, μπορεί να ρητορεύει μονολογώντας εκ του ασφαλούς. Αλλά δεν μπορούν οι μονόλογοι αυτοί να κάνουν τους πολίτες να ξεχάσουν ότι στις τελευταίες εκλογές που συμμετείχε με τη ΝΔ είχε πάρει 18%. Ούτε την υπόλοιπη πολιτεία του. Ισως την ξαναθυμηθούμε.
Το σοκ από τη Γερμανία
Η Γερμανία έχει πλέον ένα πρόβλημα που δεν λύνεται με το περίφημο «τείχος προστασίας» από την Ακροδεξιά. Σύμφωνα με τα πρώτα exit poll, στη Σαξονία-Ανχαλτ, το κόμμα της Ακρας Δεξιάς, AfD, πήρε περίπου 44% των ψήφων, υπερδιπλασιάζοντας το ποσοστό του μέσα σε πέντε χρόνια. Οι χριστιανοδημοκράτες που κυβερνούσαν το κρατίδιο επί δεκαετίες περιορίστηκαν γύρω στο 18%.
Οι ακροδεξιοί πιθανότατα δεν θα κυβερνήσουν. Τα άλλα κόμματα εξακολουθούν να αποκλείουν τη συνεργασία μαζί τους και η αριθμητική του νέου Κοινοβουλίου μπορεί να επιτρέψει τον σχηματισμό άλλης πλειοψηφίας. Αλλά αυτό δεν κάνει μικρότερο το πρόβλημα: μπορείς να αποκλείσεις ένα κόμμα από την κυβέρνηση, δεν μπορείς να αποκλείσεις το 44% των ψηφοφόρων από την πολιτική πραγματικότητα.
Το αποτέλεσμα της Σαξονίας-Ανχαλτ δεν είναι πια μια προειδοποίηση για κάτι που ενδέχεται να συμβεί. Συνέβη. Σε ένα ανατολικογερμανικό κρατίδιο, η AfD δεν είναι κόμμα διαμαρτυρίας στο περιθώριο του συστήματος. Είναι μακράν η πρώτη πολιτική δύναμη.
Το δημοκρατικό Κέντρο, προφανώς, δικαιούται – και οφείλει – να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Αν όμως θέλει να διατηρήσει τους ψηφοφόρους του, και ουσιαστικά τον ρόλο της χώρας στην Ευρώπη, οφείλει να θέσει το δυσκολότερο ερώτημα: γιατί τόσοι πολλοί Γερμανοί δεν το εμπιστεύονται πια; Και να αναζητήσει πειστικές απαντήσεις.
(0)Comments