Το καλοκαίρι του 1955 η ελληνική διπλωματία βρέθηκε ενώπιον ενός εξαιρετικά δύσκολου διλήμματος. Η Βρετανία απηύθυνε πρόσκληση στην Ελλάδα και στην Τουρκία προκειμένου να συμμετάσχουν σε τριμερή διάσκεψη στο Λονδίνο με αντικείμενο πολιτικά και αμυντικά ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου, περιλαμβανομένης και της Κύπρου. Η πρωτοβουλία της βρετανικής κυβέρνησης εντασσόταν στη συνειδητή προσπάθεια του Λονδίνου να μεταβάλει τη φύση του Κυπριακού: από αποικιακό ζήτημα αυτοδιάθεσης της ελληνικής πλειοψηφίας σε πρόβλημα περιφερειακής ισορροπίας, στο οποίο η Τουρκία θα εμφανιζόταν πλέον ως άμεσα ενδιαφερόμενο μέρος.
Για την Αθήνα, η βρετανική πρόσκληση είχε χαρακτήρα παγίδας. Αν αρνείτο να λάβει μέρος στη διάσκεψη, θα άφηνε τη Βρετανία και την Τουρκία να συζητήσουν για την Κύπρο ερήμην της, ενώ ταυτόχρονα θα εμφανιζόταν διεθνώς ως η πλευρά που αρνείτο τον διάλογο για ένα ζήτημα το οποίο η ίδια είχε θέσει στον ΟΗΕ. Αν, αντιθέτως, αποδεχόταν την πρόσκληση, θα νομιμοποιούσε διά της παρουσίας της το τουρκικό ενδιαφέρον για την Κύπρο. Τελικά, η ελληνική κυβέρνηση, η οποία βρισκόταν σε εσωτερική περιδίνηση λόγω της μακράς ασθενείας του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Παπάγου, επέλεξε να συμμετάσχει: εκ του αποτελέσματος, η επιλογή αποδείχθηκε εσφαλμένη.
Οι εργασίες της διάσκεψης άρχισαν στο Λάνκαστερ Χάουζ στις 29 Αυγούστου 1955. Των τριών αντιπροσωπειών ηγήθηκαν οι υπουργοί Εξωτερικών: ο Χάρολντ Μακμίλαν για τη Βρετανία, ο Στέφανος Στεφανόπουλος για την Ελλάδα και ο Φατίν Ζορλού για την Τουρκία. Από την πρώτη στιγμή φάνηκε ότι οι ελληνικές και οι τουρκικές θέσεις ήταν ασύμβατες μεταξύ τους. Η Ελλάδα επέμεινε στην εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης στην Κύπρο. Οι Τούρκοι αντέτειναν ότι εάν η Βρετανία αποχωρούσε από το νησί, αυτό θα έπρεπε να «επιστραφεί» στην Τουρκία.
Προς το τέλος της διάσκεψης, η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά. Τη νύχτα της 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου 1955 ξέσπασε στην Κωνσταντινούπολη οργανωμένο πογκρόμ εναντίον της ελληνικής μειονότητας. Αφορμή αποτέλεσε η είδηση για την έκρηξη βόμβας μικρής ισχύος στο τουρκικό Γενικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης, η οποία, όπως αποκαλύφθηκε εκ των υστέρων, ήταν προβοκατόρικη ενέργεια που είχαν οργανώσει οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες. Οι βιαιότητες στράφηκαν εναντίον κατοικιών, καταστημάτων, εκκλησιών, σχολείων και κοιμητηρίων, προκαλώντας τεράστιες υλικές καταστροφές και βαθύ ψυχολογικό τραύμα στον ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης. Η έκταση και ο τρόπος εκδήλωσης των επιθέσεων αποκάλυπταν υψηλό βαθμό οργάνωσης, που δεν μπορούσε να επιτευχθεί σε συνθήκες αυθόρμητης λαϊκής κινητοποίησης. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι οι τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας είτε παρέμειναν αδρανείς είτε ανέχθηκαν τις βιαιότητες.
Το μήνυμα ήταν σαφές: οποιαδήποτε ελληνική επιμονή στο Κυπριακό μπορούσε να έχει ανυπολόγιστο κόστος για τους Eλληνες της Τουρκίας, οι οποίοι βρίσκονταν ουσιαστικά σε κατάσταση ομηρίας από το τουρκικό κράτος. Το πογκρόμ δεν υπήρξε αυθόρμητη έκρηξη λαϊκής αγανάκτησης. Είχε προηγηθεί συστηματική καλλιέργεια ανθελληνικού κλίματος στον τουρκικό Τύπο, ο οποίος εμφάνιζε την ελληνική ομογένεια της Κωνσταντινούπολης ως χρηματοδότη του κυπριακού αγώνα. Με αυτόν τον τρόπο, οι Eλληνες της Πόλης ταυτίζονταν τεχνηέντως με τους Eλληνες της Κύπρου και μετατρέπονταν σε στόχο. Το γεγονός ότι η τουρκική κυβέρνηση επέβαλε στρατιωτικό νόμο μόνον αφού η καταστροφή είχε ήδη συντελεστεί, ενίσχυσε την εντύπωση ότι τα Σεπτεμβριανά υπήρξαν μέσον άσκησης πολιτικής πίεσης και όχι ανεξέλεγκτη κοινωνική έκρηξη.
Τα Σεπτεμβριανά του 1955 ήταν ένα σαφές μήνυμα: οποιαδήποτε ελληνική επιμονή στο Κυπριακό μπορούσε να έχει ανυπολόγιστο κόστος για τους Eλληνες της Τουρκίας.
Στην Ελλάδα, οι ειδήσεις προκάλεσαν κύμα οργής και αγανάκτησης, όχι μόνον εναντίον της Τουρκίας, αλλά και απέναντι στους δυτικούς συμμάχους, οι οποίοι θεωρήθηκε ότι δεν αντέδρασαν επαρκώς. Το ήδη υπάρχον αντινατοϊκό κλίμα ενισχύθηκε, ενώ η κυβέρνηση έλαβε μέτρα για να αποτρέψει εκδηλώσεις αντιποίνων. Η ελληνική πλευρά δεν προχώρησε σε αντίστοιχα αντίποινα εις βάρος της μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης. Μια τέτοια αντίδραση θα ήταν όχι μόνον ηθικά απαράδεκτη, αλλά και διπλωματικά αυτοκαταστροφική. Πολύ απλά, θα ενίσχυε αυτομάτως το τουρκικό επιχείρημα ότι η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων. Η Αθήνα, επομένως, βρέθηκε εκ των πραγμάτων σε θέση άμυνας: έπρεπε να καταγγείλει τις τουρκικές βιαιότητες, χωρίς να διολισθήσει σε ενέργειες που θα δικαίωναν την τουρκική επιχειρηματολογία και θα δημιουργούσαν πρόσθετα προσκόμματα στα ήδη πολλά που δυσχέραιναν την ικανοποίηση των ενωτικών πόθων των Ελλήνων της Κύπρου.
Στον απόηχο των Σεπτεμβριανών, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρενέβησαν με βασικό στόχο την αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης της ελληνοτουρκικής κρίσης. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Τζον Φόστερ Ντάλες απέστειλε πανομοιότυπες επιστολές προς την ελληνική και την τουρκική κυβέρνηση, καλώντας και τις δύο πλευρές να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, η αμερικανική παρέμβαση κατέληγε να εξισώνει τον θύτη με το θύμα. Το μήνυμα της Ουάσιγκτον ήταν χαρακτηριστικό της αμερικανικής αντίληψης – η οποία θα επιβεβαιωνόταν κατ' επανάληψιν στις μελλοντικές ελληνοτουρκικές κρίσεις, είτε σχετίζονταν με το Κυπριακό είτε με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ενδιαφέρονταν να αποδώσουν ευθύνες ή να αποκαταστήσουν το δίκαιο· πρωτίστως ενδιαφέρονταν να διατηρήσουν τη συνοχή της νοτιοανατολικής περιοχής του ΝΑΤΟ και να αποτρέψουν το ενδεχόμενο ελληνοτουρκικού πολέμου.
Για τον ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης τα Σεπτεμβριανά αποτέλεσαν ένα βαρύ πλήγμα, όχι μόνον εξαιτίας των υλικών καταστροφών, αλλά κυρίως επειδή κατέστησαν σαφές ότι η ασφάλεια και η ίδια η παρουσία του στην Τουρκία μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να υποταχθούν στις σκοπιμότητες της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η δημογραφική συρρίκνωση της ομογένειας δεν συντελέστηκε το 1955 (θα ακολουθούσαν νέες πιέσεις και, ιδίως, οι απελάσεις του 1964), όμως η νύχτα της 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου υπήρξε καθοριστικός σταθμός σε αυτήν την πορεία. Oπως ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 είχε διαβλέψει η ελληνική διπλωματία, η επιβίωση της ελληνικής μειονότητας της Πόλης αποδείχθηκε άμεσα συνυφασμένη με τη διακύμανση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
*Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Το βιβλίο του «Eνας κόσμος χωρίς κανόνες; Το διεθνές σύστημα στη συγκυρία της απορρύθμισης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
(0)Comments