Αν η πορεία προς τις εκλογές είναι μια κούρσα αντοχής, η φετινή ΔΕΘ θυμίζει το καμπανάκι πριν από τον τελευταίο γύρο
Αν η πορεία προς τις εκλογές είναι μια κούρσα αντοχής, η φετινή ΔΕΘ θυμίζει το καμπανάκι πριν από τον τελευταίο γύρο. Δεν είναι ακόμη η τελική ευθεία, είναι όμως η στιγμή που η κούρσα αλλάζει ρυθμό, που η στρατηγική και οι αντοχές των δρομέων αποκτούν μεγαλύτερη σημασία.
Στο πεδίο του κομματικού ανταγωνισμού, κάποια πράγματα δείχνουν παγιωμένα εδώ και καιρό.
Η Ν.Δ. μπαίνει στον τελευταίο κύκλο διατηρώντας ένα προβάδισμα που μοιάζει δύσκολο να ανατραπεί και με σαφή υπεροχή σε αρκετούς κρίσιμους τομείς διακυβέρνησης. Εχει όμως ταυτόχρονα ισχυρή φθορά και αρκετά ανοιχτά μέτωπα. Το γεγονός δε ότι αντιμετωπίζει έναν διμέτωπο ανταγωνισμό, με πιέσεις και στα δεξιά και στα αριστερά της, την υποχρεώνει σε μια συνεχή άσκηση ισορροπιών και μάλιστα από θέση άμυνας και όχι με όρους επιθετικής αμφίπλευρης διεύρυνσης.
Η ΕΛΑΣ κέρδισε αρχικά τον πρώτο στόχο της, το πάνω χέρι στον χώρο της αντιπολίτευσης. Δεν έχει όμως μέχρι σήμερα αναπτύξει αντίστοιχη δυναμική. Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν η επιρροή της έχει σταθεροποιηθεί ή αν θα ανοίξει ξανά η συζήτηση για την πρωτοκαθεδρία στον χώρο της αντιπολίτευσης.
Για το ΠΑΣΟΚ ο γύρος που ξεκινάει θα είναι καθοριστικός για τον ρόλο που θα μπορεί να διεκδικήσει στην τελική ευθεία των εκλογών. Αν επανέλθει στη διεκδίκηση της δεύτερης θέσης θα έχει εντελώς διαφορετικούς στόχους και φιλοδοξίες από ό,τι αν παραμείνει τρίτο κόμμα, σενάριο στο οποίο θα αντιμετωπίσει σοβαρά και δύσκολα στρατηγικά διλήμματα.
Τα περισσότερα από τα υφιστάμενα μικρότερα κόμματα δεν έχουν μέχρι σήμερα μετατρέψει τη φθορά των παραδοσιακών σχηματισμών σε αντίστοιχη πολιτική δυναμική, στον βαθμό τουλάχιστον που να διεκδικούν έναν πιο παρεμβατικό ρόλο στο πολιτικό τοπίο.
Τα νεοεμφανιζόμενα ή επικείμενα κόμματα της κ. Καρυστιανού και του κ. Σαμαρά έχουν καθαρές εκλογικές στοχεύσεις. Η πρώτη ένα κάπως αντισυστημικό αλλά πολιτικά ετερογενές και εν μέρει «ακατέργαστο» ακροατήριο, ο δεύτερος τους δεξιόστροφους απογοητευμένους της Ν.Δ. Για την κ. Καρυστιανού ο χρόνος αποδεικνύεται εχθρός, καθώς αναδεικνύει τις αδυναμίες του εγχειρήματός της, ενώ για τον κ. Σαμαρά η πρόκληση θα είναι να διαχειριστεί τις αντιφάσεις που εμπεριέχει το μήνυμά του.
Ολα δε τα κόμματα θα κληθούν να απαντήσουν σε ένα ερώτημα που δεν θα μπορέσουν να αποφύγουν: Τι θα κάνουν το ποσοστό που θα λάβουν. Το οποίο, όσο δεν προκύπτει σενάριο αυτοδυναμίας ή ρεαλιστικές πιθανότητες ανατροπής των συσχετισμών, θα γίνεται ολοένα και πιο επιτακτικό από την ίδια την πραγματικότητα.
Παρά το γεγονός, όμως, ότι το πεδίο του πολιτικού ανταγωνισμού μοιάζει κάπως παγιωμένο, το ευρύτερο περιβάλλον στο οποίο εξελίσσεται η πολιτική κούρσα είναι εξαιρετικά ρευστό.
Η κοινωνική, πολιτική και θεσμική εμπιστοσύνη βρίσκεται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Το τμήμα των πολιτών που αισθάνεται ότι βρίσκεται «εκτός των τειχών» ολοένα και αυξάνεται.
Η ανησυχία για την πορεία των πραγμάτων είναι διάχυτη. Από τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις και τα ελληνοτουρκικά μέχρι τις εξελίξεις της τεχνολογίας και την επαγγελματική ανασφάλεια μεγάλης μερίδας πληθυσμού.
Αυτό φυσικά δεν λειτουργεί μονοσήμαντα. Το κοινό που νιώθει ότι έχει κάτι να χάσει λειτουργεί κάπως συντηρητικά, όσοι αισθάνονται ότι δεν έχουν προοπτικές ριζοσπαστικοποιούνται ακόμη περισσότερο.
Η δε εσωτερική πολιτική πόλωση –που αναμένεται μάλιστα να ενταθεί στην πορεία προς τις εκλογές– οδηγεί συχνά στην κανονικοποίηση μιας παροξυστικής ρητορικής.
Ολα τα παραπάνω, μάλιστα, σε ένα πρωτόγνωρο επικοινωνιακό περιβάλλον. Η δημόσια συζήτηση μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο στα social media, η «άναρχη» ατζέντα των οποίων συχνά κατισχύει εκείνης των παραδοσιακών μέσων. Τα fake news, η AI, η ταχύτητα μετάδοσης ανακριβειών, η ανατροπή «ιεραρχιών», η αμφισβήτηση αυθεντιών –με τα θετικά αλλά και τους κινδύνους που αυτό εμπεριέχει– έχουν δημιουργήσει ένα εντελώς απρόβλεπτο επικοινωνιακό περιβάλλον.
Η διεθνής συζήτηση για τη σύγχρονη πολιτική επικοινωνία έχει περιγράψει το φαινόμενο με τον όρο «insularity»: τη δημιουργία κλειστών επικοινωνιακών περιβαλλόντων, όπου η έκθεση σε διαφορετικές απόψεις περιορίζεται και η επιβεβαίωση των ήδη διαμορφωμένων αντιλήψεων ενισχύεται. Και αυτό δεν αφορά πλέον τα Μέσα και τα δίκτυα επικοινωνίας, αλλά τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η πολιτική αντίληψη.
Αυτό το περιβάλλον κάνει την τελευταία στροφή της κούρσας ακόμη πιο απρόβλεπτη. Δεν είναι εύκολο να εκτιμήσεις με βεβαιότητα αν η ευρύτερη ανησυχία θα προκαλέσει την επανασυσπείρωση όσων ψηφοφόρων αισθάνονται ότι έχουν κάτι να χάσουν ή αν η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια, υποβοηθούμενη από ένα απορρυθμισμένο επικοινωνιακό περιβάλλον, θα οδηγήσει σε έναν περαιτέρω κοινωνικό και πολιτικό κατακερματισμό με απρόβλεπτες δυναμικές, όπως αυτές που έχουν αποτυπωθεί σε πολλές εκλογικές αναμετρήσεις διεθνώς.
Το δεύτερο αυτό ενδεχόμενο δεν θεωρείται το πιθανότερο, δεν μπορεί όμως να αποκλειστεί, καθώς αυτός ο τελευταίος γύρος μοιάζει πιο ναρκοθετημένος από τους προηγούμενους.
O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.
(0)Comments