*Βασίλης Βαμβακάς

«Ντοκιμαντέρ» vs avatar: δύο σκηνοθεσίες της πολιτικής

Image
Το τελευταίο διάστημα γίναμε δέκτες προώθησης πολιτικών μηνυμάτων, τα οποία, τουλάχιστον για τα δεδομένα της εγχώριας πολιτικής επικοινωνίας, εμφανίζουν αξιοσημείωτη μορφολογική πρωτοτυπία. Από τη μία, η τριλογία των βίντεο για τη δημιουργία της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, με κεντρικό πρόσωπο τον Αλέξη Τσίπρα, η οποία χαρακτηρίστηκε «πολιτικό ντοκιμαντέρ». Από την άλλη, το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη για τον απολογισμό του Ταμείου Ανάκαμψης, φτιαγμένο με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης. Η χρονική τους σύμπτωση επιτρέπει τη σύγκριση δύο εντελώς διαφορετικών επικοινωνιακών στρατηγικών σε επίπεδο τεχνοτροπίας και περιεχομένου, που όμως δεν απέχουν και τόσο πολύ σε επίπεδο στοχοθεσίας. Το «ντοκιμαντέρ» της ΕΛΑΣ προσπαθεί με έντεχνο τρόπο να διαφύγει της λογικής της πολιτικής επικοινωνίας α λα ΤikΤok –εκείνης στην οποία διέπρεψε στις εσωκομματικές εκλογές του ΣΥΡΙΖΑ ο Στέφανος Κασσελάκης πριν από λίγα χρόνια–, χωρίς όμως να αρνείται εντελώς τις βασικές προδιαγραφές της σύγχρονης πολιτικής επικοινωνίας μέσω κοινωνικών δικτύων. Η τριλογία των σποτ αυτών υιοθετεί τον τρόπο κυκλοφορίας, τη σειριακή προβολή, τη φαινομενικά ανεπιτήδευτη σκηνοθεσία της πλατφορμικής επικοινωνίας, αλλά αποφεύγει την αισθητική της ταχύτητας, της ειρωνείας και των αναφορών στην ιδιωτική σφαίρα του πολιτικού πρωταγωνιστή. Προτάσσει τον αργόσυρτο εξομολογητικό λόγο, πραγματικούς χώρους, μαρτυρίες νέων και πολιτικά ενεργών ανθρώπων. Το απολύτως προσωποκεντρικό νέο κόμμα εμφανίζει τον ηγέτη του να ακούει αντί να καθοδηγεί, απαντώντας εμμέσως πλην σαφώς στις εύλογες επισημάνσεις για τον καθαρά αρχηγικό χαρακτήρα του. Η λογική του ντοκιμαντέρ έρχεται να διαμορφώσει μια εικόνα και αίσθηση πολιτικής αυθεντικότητας. Τα τρία βίντεο δεν επιδιώκουν σε καμία περίπτωση –μέσα στον ανοιχτά προπαγανδιστικό χαρακτήρα τους– να διερευνήσουν τους πραγματικούς όρους δημιουργίας του νέου πολιτικού φορέα. Δεν αποτελούν έμμεση μορφή ενημέρωσης γύρω από μια πολιτική διεργασία. Μεταμφιέζουν τον ιλουστρασιόν κώδικα ενός συμβατικού πολιτικού σποτ στην πιο «πειραγμένη» και «πραγματική» αισθητική ενός ντοκουμέντου. Σε επίπεδο περιεχομένου, ελάχιστα πράγματα αλλάζουν από τα γνωστά σποτ: εξιδανίκευση του προφίλ του ηγέτη, που παρουσιάζεται οικείος με τις αγωνίες της εκλογικής του βάσης και επιλεγμένες μαρτυρίες «απλών πολιτών» που επιβεβαιώνουν την ανάγκη ενός νέου (αρχηγικού) πολιτικού φορέα. Το βίντεο του Μητσοτάκη ακολουθεί την αντίστροφη διαδρομή. Δεν διεκδικεί το ανεπιτήδευτο μέσω της «σκηνοθεσίας του πραγματικού», αλλά επιδεικνύει εξαρχής τον τεχνητό χαρακτήρα του. Ο πρωθυπουργός μετατρέπεται σε ψηφιακό χαρακτήρα, ενώ η πραγματική φωνή του συνοδεύει εικόνες δημιουργημένες με Τ.Ν. Αριθμοί, έργα και μεταρρυθμίσεις –ΑΕΠ, θέσεις εργασίας, ψηφιακές υπηρεσίες, νοσοκομεία, σχολεία, κτηματολόγιο– αποκτούν τη μορφή μιας κινούμενης τεχνολογικής παρουσίασης. Δεν υπάρχουν μαρτυρίες ή κοινωνικές φωνές· υπάρχουν δείκτες, μεταρρυθμιστικοί στόχοι και επιτεύγματα, η δυνητική εικόνα μιας σύγχρονης Ελλάδας. Το σποτ με κάποιο τρόπο αξιοποιεί τη λογική του Μαγκρίτ παρουσιάζοντας «μακέτες» πολιτικών έργων, λέγοντάς μας όμως ότι αυτά δεν είναι «μακέτο» (για να θυμηθούμε και το διάσημο σαρδάμ του Κώστα Σημίτη, ενός άλλου εκπροσώπου του εγχώριου εκσυγχρονισμού). Ο μεν Τσίπρας επιχειρεί την προσωποποίηση της κοινωνικής δυσφορίας και αντίδρασης, ο δε Μητσοτάκης την προσωποποίηση της πολιτικής αξιοπιστίας και αποτελεσματικότητας. Η επιλογή της τεχνητής νοημοσύνης δεν αποτελεί απλώς αισθητικό τέχνασμα. Το μέσο ταυτίζεται με το μήνυμα. Ο Μητσοτάκης επιδιώκει να παρουσιαστεί ως ο πολιτικός της ψηφιοποίησης, της αποτελεσματικότητας και του μέλλοντος, ενσαρκώνοντας ο ίδιος τη νέα εποχή. Το avatar του πρωθυπουργού είναι κι ένας τρόπος παιχνιδίσματος με την εικόνα (image) του, ένας τρόπος να παρουσιαστεί όπως κάθε είδωλο (πολιτικό ή άλλο) που διαμεσολαβείται από τα μέσα, ταυτόχρονα άφθαρτο αλλά και οικείο, όπως ένα καρτούν. Τα δύο αυτά πρόσφατα δείγματα πολιτικής επικοινωνίας αποτελούν τις διαφορετικές προσπάθειες συμβολικής νομιμοποίησης της πολιτικής ηγεσίας. Ο Τσίπρας μέσα από το «ντοκιμαντέρ» αντλεί νομιμοποίηση από τη μνήμη, την ανθρώπινη εμπειρία, τη συναισθηματική εγγύτητα με τους υποστηρικτές του. Ο Μητσοτάκης με τη χρήση ΑΙ έρχεται να νομιμοποιήσει την πολιτική επιρροή του μέσα από μετρήσιμες αποδόσεις, τεχνολογική επάρκεια και διαχειριστική ικανότητα. Ο πρώτος επενδύει στην αναμόχλευση μιας τραυματικής εμπειρίας –της κρίσης αλλά και της πολιτικής ήττας– και επικαλείται ένα νέο συλλογικό υποκείμενο που φιλοδοξεί να την επεξεργαστεί με περισσότερο ρεαλιστικούς όρους. Ο δεύτερος εμφανίζεται ως ο επίμονος εκφραστής του εκσυγχρονισμού, επενδύοντας στη γενική αίσθηση και αισθητική της τεχνολογίας ως μετωνυμίας της νέας εποχής. Παρά την αντίθεσή τους, τα δύο παραδείγματα έχουν κάτι κοινό: επιμένουν στην προσωποποίηση της πολιτικής. Ο μεν Τσίπρας επιχειρεί την προσωποποίηση της κοινωνικής δυσφορίας και αντίδρασης, ο δε Μητσοτάκης την προσωποποίηση της πολιτικής αξιοπιστίας και αποτελεσματικότητας. Η πρώτη λογική προσωποποίησης κλείνει το μάτι σε μια συλλογικότητα με ιδεολογικό παρελθόν· η δεύτερη, στο τεχνοκρατικό και τεχνολογικό μέλλον. *Ο κ. Βασίλης Βαμβακάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ.
«Ντοκιμαντέρ» vs avatar: δύο σκηνοθεσίες της πολιτικής
View on original source
Share
Archive
Like

(0)Comments

 

Related Opinion

A note on cookies

Newshunt uses essential cookies to keep you signed in and to remember your language and country, so the site works the way you expect. With your permission, we'd also like to use analytics cookies to understand how people use Newshunt and improve it over time.

Accepting only affects analytics. To learn more, view our Privacy Policy or Terms & Conditions.